Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Της μικρής πατρίδας (3)



Ακόμα μια συνεισφορά μου δημοσιευμένη στην εφημερίδα "Διαβούλευση" της μικρής πατρίδας, που έχει νομίζω ένα ευρύτερο ενδιαφέρον.

«Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία» …. αλλά και η ΕΠΙΣΤΗΜΗ …..
                             του Παπαγιάννη Δονάτου
                             καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δεν αποδέχομαι την πρόσκληση του δικηγόρου κ. Άλκη Φάτσιου στους «πνευματικούς ανθρώπους αυτού του τόπου μαζί με τους τολμητίες Δικαστές και άλλους δημόσιους λειτουργούς» για «αντίσταση στην εξαφάνιση της πατρίδας μας» ως «πνευματικός άνθρωπος» ή ως «δημόσιος λειτουργός» (μακριά από μένα τέτοιοι πομπώδεις αυτοχαρακτηρισμοί),  αλλά ως ένας συνάδελφος δικηγόρος που εξεπλάγη από την αδιανόητη στρέβλωση της ερμηνείας του αρθ. 120 παργ. 4 του Συντάγματός μας.

Εκείνο που με οδηγεί στο σχολιασμό των απόψεων του κ. Φάτσιου δεν είναι οι πολιτικές του απόψεις για την ουσία της ελληνικής κρίσης, για τους τρόπους αντιμετώπισή της, για τη δέουσα αντίδραση του λαού και όλα τα σχετικά. Σέβομαι απολύτως τις συγκεκριμένες πολιτικές αντιλήψεις και εκτιμήσεις του συναδέλφου και ουδόλως με ενδιαφέρουν αυτές καθ’ εαυτές.  Δεν μπορώ όμως να μείνω αδιάφορος στο βιασμό της επιστήμης μου, όταν αυτός επιχειρείται δημόσια και από άνθρωπο που τη διακονεί και τη θεραπεύει για μια τουλάχιστον 37ετία, όπως ο ίδιος δηλώνει.

Υποστήριξε ο κ. Φάτσιος ότι καθώς καταλύεται το Σύνταγμα, ενεργοποιείται η παραγ. 4 του αρθ. 120 του Συντάγματος προς αντίσταση, καλούμαστε  δε άπαντες και ιδίως οι δικαστές να αντισταθούν στην κατάλυση με την έκδοση αντίστοιχων δικαστικών αποφάσεων. Η βίαιη κατάλυση του Συντάγματος, κατά τον κ. Φάτσιο, τεκμηριώνεται από την βία που ασκείται στον ελληνικό λαό, αφού «βία» κατ’ αυτόν είναι «η καθημερινή αγωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των συμπατριωτών μας, εάν την επομένη ημέρα θα βρεθεί άνεργος, άστεγος»,  «τα θλιμμένα πρόσωπα των συμπατριωτών μας», «η ανεύρεση τροφής σε κάδους απορριμμάτων» κ.λπ., κ.λπ.

Θα μπορούσα να δεχτώ τη συγκεκριμένη ανάλυση ως μια έκθεση ιδεών κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου ή ως μια κραυγή ευαισθησίας και  αγωνίας για την οδυνηρή και άθλια κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει δυστυχώς εκατομμύρια συνανθρώπων μας. Ως νομική ανάλυση και τεκμηρίωση όμως, ως νομική επιστημονική επιχειρηματολογία τα όσα υποστήριξε ο αγαπητός συνάδελφος είναι επιεικώς ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ. Βιάζουν τη νομική λογική.

Καθώς οι χαρακτηρισμοί είναι βαρείς, επιβάλλεται άμεση τεκμηρίωση. Πάμε λοιπόν να δούμε τι ακριβώς ορίζει η περιβόητη παράγραφος 4 του άρθρου 120 του ελληνικού Συντάγματος. Αντιγράφω: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία» (η υπογράμμιση δική μου).

Η μητέρα του νομικού συλλογισμού είναι η γραμματική ερμηνεία. Το γράμμα του νόμου δηλαδή, αποτελεί την αφετηρία κάθε ερμηνευτικής προσπάθειας. Όλες οι άλλες μέθοδοι ερμηνείας (ιστορική, λογική, συστηματική, τελολογική) έπονται.  Υπάρχει άνθρωπος που να γνωρίζει ανάγνωση και γραφή και να διαθέτει στοιχειώδη αντιληπτική ικανότητα που να μη κατανοεί την προφανή στόχευση της διάταξης; Η ενεργοποίηση της διάταξης προϋποθέτει κάποιον που με χρήση βίας επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα και τότε το Σύνταγμα υποχρεώνει τον πολίτη σε αντίσταση εναντίον του. Μπορεί - στο θεό που πιστεύετε - να θεωρηθεί ότι η Βουλή των Ελλήνων όταν ψηφίζει νόμο (έστω και αντισυνταγματικό, για την οικονομία της συζήτησης) να  θεωρηθεί ότι χρησιμοποιεί παράνομη βία προς κατάλυση του Συντάγματος, όταν το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει συγκεκριμένη θεσμική διαδικασία για τον έλεγχο της συνταγματικότητας; Όταν μάλιστα αυτή η Βουλή εξελέγη πρόσφατα και μάλιστα μετά από δύο διαδοχικές αναμετρήσεις και διαθέτει νωπή τη δημοκρατική νομιμοποίηση; Όταν το Σύνταγμά μας απορρίπτει σαφέστατα την επιτακτική εντολή; Ποιος ορίζει το παράνομο της βίας;  Θα τρελαθούμε παντελώς σε τούτον τον τόπο; Ζούμε μήπως τον πλήρη παραλογισμό και ταυτοχρόνως ευελπιστούμε ότι υπάρχει σωτηρία;

Κρισιμότερη όμως είναι η επόμενη σκέψη. Τι το σημαντικό καθιερώνει αλήθεια το Σύνταγμα και επιβάλλει στους πολίτες την υποχρέωση προς υπεράσπισή του; Ένα δημοκρατικό Σύνταγμα όπως είναι το δικό μας, καθιερώνει πρώτα και πάνω απ όλα το δημοκρατικό πολίτευμα δηλ. την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, την κοινοβουλευτική και αντιπροσωπευτική μορφή του πολιτεύματος, τη δικαιοκρατούμενη μορφή του πολιτεύματος (με την κατοχύρωση του κράτους δικαίου και τη διάκριση των λειτουργιών), όπως επίσης (έμμεσα) και την κοινωνική μορφή του πολιτεύματος. Αν κάποιος λοιπόν, πειραθεί να καταλύσει αυτό το πολίτευμα με χρήση βίας, τότε και μόνο τότε νομιμοποιείται αλλά και υποχρεώνεται ο πολίτης προς αντίσταση.  Ποιος όμως κατά το Σύνταγμα με βάση τα ανωτέρω θα κρίνει το παράνομο της βίας; Ο Χατζηπετρής;

Η απάντηση είναι αυτονόητη. Η ανεξάρτητη δικαιοσύνη με βάση την πρωταρχία των κανόνων δικαίου (Rule of law, Etat de droit, Rechtsstaat) που το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει. Όταν λοιπόν η ανεξάρτητη δικαιοσύνη και μάλιστα το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας (αυτό που αναγνωρίζεται ως το πλέον προοδευτικό και ανοιχτόμυαλο όλων των ελληνικών δικαστηρίων) κρίνει το νόμο (δηλ. το μνημόνιο) ως συνταγματικό, νομιμοποιείται κανείς να μιλήσει για χρήση παράνομης βίας από το δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθετικό σώμα  που να δικαιολογεί προσφυγή στο άρθρο 120 παργ. 4; Αν κάποιος υποστήριζε σοβαρά κάτι τέτοιο η ζούγκλα θα ήταν πραγματικότητα! Η αληθινή κατάλυση του Συντάγματος! Η αρχή του κράτους δικαίου θα πήγαινε περίπατο! Μπορεί να υπερασπίζεται νομικός με 37 χρόνια δικηγορίας μια τέτοια άποψη; Είναι δυνατόν; Πριν την κρίση, δεν υπήρχαν συνάνθρωποί μας που πεινούσαν, που κοιμούνταν κάτω από τις γέφυρες; Νομιμοποιούσε αυτό το πραγματικό γεγονός προσφυγή στο 120 παργ. 4 του Συντάγματος και δεν το ξέραμε; Ποσοτική είναι η διαφοροποίηση; Τώρα δηλ. που οι πεινώντες έγιναν περισσότεροι αλλάζει και η κρίση περί συνταγματικότητας;

Πίσω όμως από αυτές τις σκέψεις του κ. Φάτσιου υφέρπει ακόμα μια αδιανόητη για νομικό τέτοιας εμπειρίας  παρανόηση, αν όχι στρέβλωση. Είναι η έννοια και η λειτουργία της κοινωνικής αρχής στο Σύνταγμά μας. Η κοινωνική αρχή, ενόψει της μεγάλης αοριστίας του όρου «κοινωνικό κράτος» και την εξάρτησή της από τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους, έχει προφανώς προγραμματικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό τόσο η θεωρία όσο και πάγια η νομολογία των δικαστηρίων μας εδώ και διεθνώς, δέχονται την κοινωνική αρχή ως κατευθυντήρια αρχή για το νομοθέτη, που δεν γεννά δυστυχώς αγώγιμη αξίωση του πολίτη εναντίον του κράτους. (Η χωρητικότητα τούτης της φιλόξενης στήλης δεν μου επιτρέπει να παραπέμψω τον αναγνώστη στη ντόπια και διεθνή βιβλιογραφία και νομολογία). Θα κατέθετε ποτέ ο κ. Φάτσιος αγωγή άνεργου πελάτη του εναντίον του κράτους για να το υποχρεώσει να του βρει δουλειά; Αν το τολμούσε, δεν θα γίνονταν ο περίγελως της επιστημονικής κοινότητας;

Πρέπει όμως να σχολιαστεί ακόμα μια άκρως επικίνδυνη άποψη που εξέφρασε ο κ. Φάτσιος. Κάλεσε τους δικαστές να αντισταθούν στην κατάλυση του Συντάγματος επικαλούμενος δύο ατυχέστατες δηλώσεις δικαστικών λειτουργών που εξέθεσαν καίρια το κύρος του δικαστή. Βεβαιότατα στο έργο του δικαστή ανάγεται και ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Αυτό το έργο όμως ο δικαστής οφείλει να το επιτελεί με περίσσια φρόνηση, επιδεικνύοντας πάντοτε την αναγκαία αυτοσυγκράτηση  και σεβόμενος πάντοτε την πρωταρχία του νομοθέτη στην αντιμετώπιση των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων. Διαφορετικά ο δικαστής εκτίθεται στον κίνδυνο της νόσφισης εξουσίας.

Αν το κράτος χρειάζεται ή δεν χρειάζεται δανεικά, από ποιον θα τα δανειστεί, με ποιους όρους, πότε,  είναι κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα τα οποία βαρύνουν αποκλειστικά την πολιτική και όχι τη δικαστική εξουσία. Έτσι λοιπόν, κρίσιμες πολιτικές επιλογές του νομοθέτη που μπορούν να αποβούν καθοριστικές για την τύχη ενός ολόκληρου λαού και εκφράζονται με αόριστες και γενικές έννοιες όπως το γενικό συμφέρον, το δημόσιο συμφέρον, η δημόσια τάξη, η δημοσιονομική ισορροπία κ.λπ., δεν μπορούν να κρίνονται με δικαστικές αποφάσεις ελαφρά τη καρδία, γιατί απλούστατα ο δικαστής δεν διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση για κάτι τέτοιο και κανένα Σύνταγμα δεν του αναγνωρίζει σχετική εξουσία. Μόνο αν η κρίση μπορεί να υπαχθεί στα αυστηρά κριτήρια του δικανικού συλλογισμού μπορεί να κρίνει ο δικαστής. Αν αυτά τα αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια δεν υπάρχουν και καταλείπονται στον κρίνοντα ευρέα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας η κρίση δεν μπορεί να είναι δικαστική, αλλά κρίση σκοπιμότητας, κρίση πολιτική. Μια τέτοια κρίση δεν νομιμοποιείται να επιχειρήσει ο δικαστής, γιατί αν η επιλογή αποβεί μοιραία, από πού θα ζητηθούν οι ευθύνες; Από το δικαστή; Εκτίθεται αυτός στη βασανιστική διαδικασία της πολιτικής αντιπαράθεσης για την καλύτερη υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος ενώπιον του κυρίαρχου λαού όπως επιβάλλει η πολιτική διαμάχη σε μια δημοκρατικά συντεταγμένη πολιτεία; Επειδή ακριβώς ο δικαστής δεν διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση, θεωρία και νομολογία συνιστούν αποχή από το δικαστικό ακτιβισμό σε τέτοια θέματα, γιατί ένας παρόμοιος ακτιβισμός μπορεί να οδηγήσει στο κράτος των δικαστών και επέκεινα σε μια θεοκρατικού τύπου διακυβέρνηση, μακριά από τη βούληση του κυρίαρχου λαού και την έννοια της δημοκρατίας.

Περίπου αυτονόητα πράγματα για κάθε νοήμονα, που μπορεί να διακρίνει την επιστήμη από την πολιτική πρακτική. Γιατί το χειρότερο όλων είναι να επιστρατεύεις την επιστήμη για την εξυπηρέτηση των πολιτικών σου επιλογών, στις οποίες προσπαθείς να προσδώσεις επιστημονική αληθοφάνεια. Κάτι τέτοιο δεν είναι έγκλημα. Είναι κάτι περισσότερο: είναι λάθος. Ανεπίτρεπτο. Χρειάζεται και η επιστήμη αρετή και τόλμη και κυρίως πειθαρχία στη σκέψη…..  

Καθηγητής Δονάτος Παπαγιάννης

ΥΓ. Δεν θα σχολιάσω καθόλου την επιλεκτική παραδειγματολογία του κ. Φάτσιου ως προς τις μορφές της παράνομης βίας, γιατί ο καλός συνάδελφος ξέχασε παντελώς φαινόμενα βίας, όπως τη βία στο πεζοδρόμιο και σε βάρος του αντίθετα σκεπτόμενου, τη βία στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, τη συνδικαλιστική βία, τη βία που οδήγησε στους θανάτους της Marfin, τη βία του ρατσιστή ενάντια στο δυστυχή μετανάστη, τη βία δηλαδή που γενικά δεν είναι νομιμοποιημένη από οποιαδήποτε μεριά και αν προέρχεται και οδηγεί δυστυχώς  με μαθηματική ακρίβεια στον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας. Ό,τι το χειρότερο δηλαδή και αλίμονο τότε στον αδύνατο, αν αυτή η παράνομη βία καταστεί καθολικό φαινόμενο όπως μας προτρέπει ο κ. Φάτσιος.... 

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Η εθνική γιορτή ως αφορμή αυτογνωσίας



Η ομιλία που ακολουθεί εκφωνήθηκε με αφορμή τον εορτασμό της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων στο αμφιθέατρο του Δήμου Ηλιούπολης. Ειδικά από μια ομάδα φίλων μου (ξέρουν αυτοί) θα ήθελα δημόσιο σχολιασμό (όχι με email) αυτών που υποστήριξα στην ομιλία.  

"Φίλες και φίλοι

Η τιμητική πρόταση του προέδρου του Συλλόγου Ηπειρωτών και φίλου μου του κ. Νίκου Σπέγγου για να εκφωνήσω τον πανηγυρικό της ημέρας, ήταν για μένα μια πρόκληση. Και ήταν πρόκληση γιατί από τα νεανικά  μου χρόνια ακούγοντας  πανηγυρικούς με ενοχλούσε και με ενοχλεί η υπερβολή, ο υπερθετικός βαθμός, η εξιδανίκευση, το τετριμμένο,  που όταν μάλιστα κρύβουν και ιδιοτέλεια καθίστανται επιπρόσθετα άκρως αμφιλεγόμενα. Με βάση αυτή την προσωπική θέση, συλλογίστηκα  πολύ για το αν έπρεπε σήμερα να σας ταλαιπωρήσω με μια αναδίφηση στο λαμπρό χωροχρόνο των βαλκανικών αγώνων και της απελευθέρωσης των Γιαννίνων, αφού μια γιορτή για ένα ιστορικό γεγονός προσφέρεται μάλλον για αναστοχασμό και όχι για εξύμνηση των ηρωικών πράξεων. Οι ήρωες έτσι κι’ αλλιώς δεν ζούνε για να ακούσουν τα καλά μας λόγια, αλλά και αν μας άκουγαν δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα αρέσκονταν -  ήρωες αυτοί - στις ….κολακείες μας. Τη λογοδοσία μας μάλλον θα απαιτούσαν για να διαπιστώσουν τη φρόνιμη διαχείριση του κληροδοτήματος που με αγώνες και αίμα στο Μπιζάνι μας κληροδότησαν. Σ’ αυτή τη λογοδοσία, σ’ αυτόν τον αναστοχασμό θέλει να συμβάλλει τούτη η προσλαλιά.

Φίλες και φίλοι
Μη σκιάζεστε. Δεν κατελήφθην από δασκαλίστικη μονομανία και σας υπόσχομαι πως δεν θα προλάβετε να με βαρεθείτε…. Απλά επικεντρώνω στη θεματική μου. Επιλέγω μια δύσκολη προσέγγιση. Και εικάζοντας αλλά και επιζητώντας τη δική σας συγκατάθεση θα επιχειρήσω μια ιδιαίτερη αναδρομή που θα φθάσει μέχρι την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Θα επιχειρήσω την αναδρομή για να αναδείξω τη διαχρονική αλήθεια που ο Πλάτωνας μας δίδαξε στην περίφημη «Πολιτεία» του. Η αλήθεια αυτή περικλείεται σε τούτη τη λιτή πρόταση: «Η πόλις είναι ότι είναι οι πολίτες της». Θα επιχειρήσω να αναδείξω και να τεκμηριώσω αυτήν την αλήθεια μέσα από κείμενα που δεν είναι ευρύτερα γνωστά, ακτινογραφούν όμως ευανάγνωστα την ιδιοπροσωπία του ελληνικού έθνους από τη στιγμή της σύστασής του μέχρι τη σημερινή του ολοκλήρωση. Αυτή η τεκμηρίωση θα μας επιβάλλει τον αναγκαίο αναστοχασμό. Τη συνείδηση της αυτογνωσίας μας. Το χρειαζόμαστε επειγόντως. Πρέπει να αναλογιστούμε, να προβληματιστούμε, με αφορμή τούτη τη γιορτινή μέρα για το τι κάναμε καλά και τι δεν κάναμε καλά. Ως πολίτες. Ως Πολιτεία. Ως έθνος. Αυτό πρέπει να κάνουμε σήμερα και όχι να μεθύσουμε με το αθάνατο κρασί του 12,13, γιατί το «αθάνατο κρασί» έτσι κι’ αλλιώς -  αθάνατο καθώς είναι - μπορεί να μας περιμένει, θολώνει άλλωστε το λογικό, αν ληφθεί σε μεγάλες ποσότητες, ενώ τούτους τους καιρούς χρειαζόμαστε επειγόντως διαύγεια.
Επιτρέψτε μου τώρα ένα κουίζ για να αρχίσουμε και  για να κάνουμε πιο ζωντανή τη συλλειτουργία μας. Θα σας διαβάσω ένα μικρό κείμενο και θα σας παρακαλέσω να αναλογιστείτε ποιος μπορεί να το έγραψε. Διαβάζω το μικρό κείμενο:

«Ο καθένας από αυτούς (τους υπουργούς) φτάνοντας στην εξουσία, φροντίζει να περιβάλλεται από δικούς του ανθρώπους. Το κάνει από πρόνοια και από καθήκον. Από πρόνοια για να μην προδοθεί από τους υφισταμένους του. Από καθήκον για να ανταμείψει την αφοσίωση εκείνων που τον εξυπηρέτησαν. Ένας υπουργός που δεν θα ξεκαθάριζε το υπουργείο του και δεν θα αντικαθιστούσε όλους τους ικανούς ανθρώπους με ανθρώπους αφοσιωμένους, θα περνούσε για ανόητος και για αχάριστος. Θα έχανε τη φιλία των πελατών του και θα γινόταν ο περίγελως των αντιπάλων του. Συνέπεια αυτού είναι ότι όλο το προσωπικό της διοίκησης ανανεώνεται σε κάθε νέο υπουργείο, ότι δεν διαμορφώνεται ποτέ ικανή υπαλληλία».

Σας ρωτώ λοιπόν αγαπητοί μου, ποιος νομίζετε ότι έγραψε αυτό το κείμενο; Υποπτεύεστε μήπως κάποια έκθεση της τρόικα;  Μη βασανίζεστε: το έγραψε ο γάλλος συγγραφέας Έντμοντ Αμπού, που έμεινε στην Ελλάδα σχεδόν δύο χρόνια το 1853-1854 και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο «Η Ελλάδα του Όθωνα» …..

Σας παρακαλώ: βρίσκετε κάτι διαφορετικό από εκείνο που ίσχυε το 1854 στο τόπο μας από αυτό που ισχύει σήμερα; Θέλετε να σας πω, πως καταλήγει ο Αμπού στο εν λόγω βιβλίο του; Ακούστε:

 «Η Ελλάδα είναι το μοναδικό γνωστό παράδειγμα χώρας που ζει σε πλήρη χρεοκοπία από την ημέρα που γεννήθηκε»…….

Δεν ξέρω αν η πρώτη διαπίστωση σας τρομάζει, πρέπει όμως να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας και να προχωρήσουμε την αναδρομή μας.

Ο Ελβετός φιλέλληνας Ευνάρδος  σε ανέκδοτη επιστολή του προς τον Όθωνα το Νοέμβρη του 1832 του έγραφε: «η αποστολή Σας θα είναι οδυνηρά. Αι πληγαί της Ελλάδος είναι οι αρχηγοί της.  Άπαντες έχουν γλώσσαν χρυσωμένην. Ασχολούνται (κατά το πλήστον τουλάχιστον) αποκλειστικώς με τα ιδιαίτερα συμφέροντά των. Και τούτο υπό το πρόσχημα του αγνότερου πατριωτισμού. Άπαντες είναι ικανώτατοι εις το να προβάλλουν τον εαυτόν των και να εκμηδενίζουν τους αντιπάλους των με εκθέσεις πλήρεις βολών».

Δείτε τώρα πως βλέπει τους Έλληνες  ο ειδικός παρατηρητής Feburier που συνόδευε τον Μαιζόν στην εκστρατεία του εναντίον του Ιμπραήμ. Μου έλεγαν οι Έλληνες -  διηγείται ο Feburier - ότι ο Καποδίστριας «είναι Ρώσος τύραννος και όχι Πρόεδρος». Όταν ο Καποδίστριας προσπάθησε να μαζέψει τους πρώτους φόρους για να στήσει κράτος, ο Φεμπουριέ στηλίτευε τη νοοτροπία της ασυδοσίας που κυριαρχούσε στην περιοχή της Μάνης. «Ουδέποτε (έλεγαν οι Μανιάται) επλήρωσεν η Μάνη και δεν έπρεπε να καθιερωθεί τοιαύτη κακή συνήθεια». Η πληρωμή φόρων ήταν «κακή συνήθεια» για τους Μανιάτες….. . Τελικά τα γεγονότα στη Μάνη έφεραν σε σύγκρουση τον Καποδίστρια με τον Πετρόμπεη και τελικά οδήγησαν στη δολοφονία του Κυβερνήτη.

Αν σας είναι γνωστό, ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απασχόλησαν τη βασιλεία του Γεωργία του Α΄ ήταν το Λαυρεωτικό και ιδίως η διαφωνία για τις εκβολάδες και τις σκωρίες του Μεταλλείου του Λαυρίου, την εκμετάλλευση του οποίου η ελληνική κυβέρνηση είχε αναθέσει σε μια ιταλική εταιρεία. Καθώς η ελληνική κυβέρνηση στάθηκε παντελώς ανίκανη να επιλύσει το πρόβλημα,  θερμοπαρα-κάλεσε να τη βοηθήσει και να το λύσει  ο Ανδρέας Συγγρός, πλούσιος Έλληνας της Κων/πολης, ευεργέτης και αργότερα βουλευτής, ο οποίος τελικά αγόρασε το Μεταλλείο, για να παραμείνει αυτό σε ελληνικά χέρια.  Κατά τις διαπραγματεύσεις που είχε με τους Ιταλούς, ο Συγγρός θέλησε να ενημερώσει και τον τότε αρχηγό της αντιπολίτευσης τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο και να ζητήσει τη γνώμη του. Διηγείται ο Συγγρός: «Μετά του συνήθους μειδιάματος, του εμφαίνοντος την αγαθότητα της ψυχής, μοι είπε: πήγαινε παιδί μου γρήγορα, αν δύνασαι, να τελειώσεις την δουλειάν και μη σκοτίζεσαι από τα πολιτικά μας. Μαλοκοπούμεν αναμεταξύ μας, αλλά το αληθές συμφέρον του τόπου το γνωρίζουμεν. Πήγαινε και με την ευχή μου»!!! Ενώ δηλ. οι τότε πολιτικοί -  κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι -  γνώριζαν το εθνικό συμφέρον εντούτοις μαλοκοπούσαν…

Κατά  τις εκλογές του 1885 η υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη αντιπολίτευση κατέκρινε δριμύτατα ιδίως τη φορολογική πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη και πέτυχε έτσι να κερδίσει τις εκλογές του Απριλίου του 1885. Μάχονταν τότε οι αντιπολιτευόμενοι με το σύνθημα «κάτω οι φόροι» και ονόμαζαν τον Τρικούπη «πετρέλαιον» (λόγω της φορολογίας επί του πετρελαίου) ή «φορομπήχτην». Ο δε Τρικούπης απαντούσε με νηφαλιότητα: «Έχομεν ανάγκην και νέων φόρων και πάλιν φόρων». Μάλιστα δε , καθώς η συλλογή των φόρων ήταν έργο δυσχερέστατο την εποχή εκείνη,  ο Τρικούπης ακολούθησε μια πολιτική αμείλικτης δίωξης των φοροφυγάδων με βαρύτατα πρόστιμα και φυλακίσεις. Έχετε μήπως καμιά αμφιβολία για την πολιτική του τύχη; Ρωτιέστε μετά γιατί έχασε τις εκλογές;

Έγραφε ο Άγγλος οικονομολόγος Κάρολος Τσέστων: «Μία εκ των τάσεων του ελληνικού πνεύματος ήτις δέον να ληφθή υπ’ όψιν παρά παντός επιθυμούντος να εξετάση την κατάστασιν της χώρας από οικονομικής απόψεως, είναι ο πόθος ον οι Έλληνες έχουσιν όπως αποφεύγουσι την απότισιν των φόρων.  …οι Έλληνες της σήμερον θεωρούσι την καταβολήν των φόρων ως ευκαιρίαν επιβάλλουσαν αυτοίς την εξαπάτησιν του δημοσίου εισπράκτορος δια παντός δυνατού μέσου».

Ακούστε και κάτι που έγραφαν οι Times του Λονδίνου της 17 Μαίου 1885: «Η προκάτοχος κυβέρνησις έζησε τρία όλα έτη, ενώ ο συνήθης μέσος όρος κυβερνητικού βίου είναι εν Ελλάδι η τριμηνία, συνέβη δε μάλιστα και ν’ αντικατασταθεί νομάρχης, πριν ή φθάση όπου είχε διορισθή. Πάσαν κυβερνητικήν μεταβολή παρηκολούθει αντικατάστασις πάντων των απανταχού του κράτους υπαλλήλων, εξ ης η διοίκησις μετεβάλλετο εις χάος, η δε διαφθορά επεκράτει υπό την αισχίστην μορφήν.».
Και παρακάτω: «Αλλ΄όταν βλέπη τις έθνος στρέφον τα νώτα εις τον μόνον εν τη παρούση γενεά αναδειχθέντα πολιτικόν άνδρα, εν τη ακμή όντα των δυνάμεων και της επιτυχίας αυτού, (εννοεί τον Τρικούπη), αναγκάζεται τότε να ομολογήσει ότι ελλείπει εν Ελλάδι ουχί ο ανήρ, αλλά το έθνος».

Δείτε όμως και το 1892 όταν ο Τρικούπης είχε κερδίσει την τελευταία μεγάλη εκλογική του νίκη. Ο Ανδρέας Λασκαράτος απευθύνει επιστολή στον Τρικούπη και του υποδεικνύει πως πρέπει τώρα να κυβερνήσει τους Έλληνες. Του γράφει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζω καλά ότι κυβερνάς Ρωμηούς, οι οποίο βάνουν όρον υποστηρίξεώς των τα ρουσφέτια. Αλλά οι αδιαφορούντες άφινε να σε ρίχνουνε. Κάθε σου πτώση, θέλει είναι πρόδρομος μεγαλυτέρας ανυψώσεώς σου, και κάθε πτώση και ανύψωσή του θέλει είναι μάθημα για το ανήλικον έθνος μας». Ρωτιέμαι αν αυτό το έθνος μας, το τότε ανήλικο, ενηλικιώθηκε ποτέ…

Πάμε τώρα να δούμε και το …. Μνημόνιο της εποχής, για να μη παραπονούμαστε πως τάχα δεν είχαμε σήμερα τη σχετική εμπειρία. Με τη συνθήκη της Κων/πόλεως του 1897 καθορίστηκε ο τρόπος αποπληρωμής τόσο της πολεμικής αποζημίωσης που επεβλήθη στην Ελλάδα λόγου του γνωστού ατυχούς πολέμου, όσο και των προηγουμένων χρεών. Αναγράφεται στη σχετική παράγραφο: «Ο σχετικός προς ταχείαν απότισιν της αποζημιώσεως κανονισμός θα γίνει τη συναινενέσει των Δυνάμεων κατά τρόπον μη θίγοντα τα κεκτημένα δικαιώματα των παλαιών δανειστών της Ελλάδος. Προς τον σκοπόν τούτον θέλει ιδρυθεί εν Αθήναις Διεθνής Επιτροπή απαρτιζομένη εξ αντιπροσώπων των μεοσολαβησασών Δυνάμεων. Η ελληνική κυβέρνησις θέλει επιτύχει την ψήφισιν νόμου, εγκριθέντος προηγουμένως υπό των Δυνάμεων, κανονίζοντος την λειτουργίαν της Επιτροπής και δυνάμει του οποίου η είσπραξις και η διάθεσις των προσόδων επαρκών για την υπηρεσίαν του δανείου της αποζημιώσεως και των άλλων εθνικών χρεών θέλουσι τεθή υπό τον απόλυτον έλεγχον της προρρηθείσης Επιτροπής» !!! Βρίσκετε αλήθεια διαφορές από τη διατύπωση των σημερινών Μνημονίων; Ποια διαφορά έχει η εν λόγω Επιτορπή από την σημερινή τρόικα;

Και φτάνουμε στο 1909 και τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Θα φωτογραφήσουμε την ιστορική περίοδο μέσα από μια εντελώς διαφορετική πηγή, εκείνη του πρίγκιπα Νικολάου, γιου του βασιλιά του Γεωργίου του Α, ο οποίος είχε το κουσούρι να κρατάει ημερολόγιο. Γράφει λοιπόν ο πρίγκιπας Νικόλαος στο ημερολόγιό του: «Η ασφάλεια του Τόπου, τέτοια που δεν τολμά κανείς, ιδίως εις την Θεσσαλίαν, να κάμη δύο βήματα χωρίς να κινδυνεύει να δολοφονηθή ή να αιχμαλωτισθή υπό φυγοδίκων και ληστών! Η Δικαιοσύνη αποδίδει το δίκαιον εις τον έχοντα τα μέσα! Οι βουλευταί οργιάζουν υπέρ των φίλων των και δια το ατομικόν των συμφέρον και νέμονται τον Τόπον ως τσιφλίκι ιδικόν των! Ωραία εικών κράτους ευρωπαϊκού!»        

Και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ στις Αναμνήσεις του από τον Α Παγκόσμιο πόλεμο αφιερώνει ένα από τα ωραιότερα κεφάλαια, ανατρέχοντας στους κλασικούς χρόνους της ελληνικής ιστορίας. «Είναι αληθής ελληνική τραγωδία» γράφει. «Οσονδήποτε και αν η ελληνική φυλή έχει αλλάξει εις αίμα και ποιότητα, τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων δεν έχουν μεταβληθεί από των ημερών του Αλκιβιάδου. Όπως και κατά την αρχαιότητα, την διαίρεσιν επροτίμων παντός άλλου. Και όπως τότε κατά την ώραν της κρίσεως είχον επί κεφαλής ένα από τους μεγαλύτερους άνδρας των. Ο συσχεστιμός μεταξύ του ελληνικού έρωτος δια την κομματικήν πολιτικήν και της υπό του Βενιζέλου επί των Ελλήνων ασκουμένης επιρροής συνιστά την δράσιν του έργου. Το σκηνικόν και το φως είναι ο Μέγας Πόλεμος και η υπόθεσις ‘’πως η Ελλάς εκέρδισε την αυτοκρατορίαν των ονείρων της εις πείσμα του εαυτού της και την απεμπόλησεν όταν αφυπνίσθη’’ …. Εννοεί δηλαδή εδώ ο Τσώρτσιλ, πως η Ελλάδα με τον Βενιζέλο, τον οποίο συγκρίνει με τον Αλκιβιάδη, ενώ πέτυχε το θρίαμβο με τη Συνθήκη των Σεβρών, εν μια νυκτί έχασε τα πάντα με τη μικρασιατική καταστροφή, διότι οι Έλληνες «την διαίρεσιν επροτίμων» όπως γράφει ο μεγάλος αυτός άνδρας.

Για να μη αδικήσω την ιστορική αναδρομή επιτρέψτε μου μια τελευταία αναφορά σε ένα κείμενο που συντάχθηκε μόλις το 1947 και είναι μια επιστολή  - αναφορά του Paul A. Porter ως επικεφαλή αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα που στάλθηκε από τον πρόεδρο Τρούμαν. Γράφει ο Porter μεταξύ άλλων στην επιστολή του προς τον Τρούμαν:

«Εδώ δεν υπάρχει κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ' αυτού
υπάρχει μία χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».

Και συνεχίζει: «Η δημόσια διοίκηση είναι υπερβολικά εκτεταμένη. Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται βάσει ενός εντελώς συγκεχυμένου συστήματος επιδομάτων, χάρη στα οποία μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερο από τον βασικό μισθό τους». Και παρακάτω: «Ποτέ άλλοτε δεν έχω δει διοικητική δομή που να είναι τόσο απαράδεκτη. Απλούστατα, δεν είναι δυνατόν να βασιστεί κανείς ότι η δημόσια διοίκηση θα φέρει εις πέρας ακόμη και τις πιο απλές λειτουργίες μίας κυβέρνησης - την είσπραξη των φόρων, την εφαρμογή οικονομικών κανόνων, την επισκευή δρόμων. Συνεπώς η δραστική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί συνθήκη εκ των ουκ άνευ για την επίτευξη οποιουδήποτε άλλου αποτελέσματος στην Ελλάδα».

Αγαπητές μου φίλες και φίλοι

Δεν θα σας κουράσω με περαιτέρω αναφορές. Είναι νομίζω αρκετές. Τι αναδύουν αλήθεια οι συγκεκριμένες αναφορές, αν κανείς τις συγκρίνει με τη σημερινή πραγματικότητα; Θα επιχειρήσω ένα συμπέρασμα, αλλά θα το ζυγιάσω με όσο μπορώ μεγαλύτερη ακρίβεια: το πρόβλημά μας είναι μάλλον διαχρονικό. Δεν είναι στιγμιαίο. Δυστυχώς. Είναι αλήθεια πως δημιουργήσαμε στην πατρίδα μας δυτικούς θεσμούς. Άλλους τους εισαγάγαμε αυτούσιους, άλλους επεξεργασμένους και προσαρμοσμένους στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Από του Όθωνα τα χρόνια και τον καιρό της Αντιβασιλείας ίσα με σήμερα. Αντιγράφουμε και εισάγουμε θεσμούς. Φοβάμαι όμως πως οι εισαχθέντες θεσμοί ποτέ δεν λειτούργησαν όπως αυτοί προβλέφθηκαν στην καθ’ ημάς ανατολή. Οι θεσμοί εκφυλίστηκαν. Τους στρεβλώσαμε, τους αναιρέσαμε, τους εφαρμόσαμε μόνο κατ’ επίφαση.

Έτσι δημιουργήσαμε μια κατ’ επίφαση κανονική πολιτεία. Όχι, δεν είμαστε κανονική πολιτεία. Όχι αγαπητή φίλη και αγαπητέ φίλε. Δεν φταίνε μόνο εκείνοι, οι άλλοι, οι πολιτικοί, οι ξένοι. Την πολιτεία δεν την αποτελούν οι άλλοι. Αλλά εμείς. Ο Πλάτωνας δεν έκανε λάθος. Δεν λάθεψε. Η πόλη είναι ότι είναι οι πολίτες της.  Ο σημερινός συμπατριώτης μας υβρίζει χυδαία τον πολιτικό, ταυτόχρονα όμως νιώθει ανάλαφρα όταν τον χτυπάει στην πλάτη και συναλλάσσεσαι μαζί του για το διορισμό του γιου του στο δημόσιο και τον ψηφίζει με μια απίστευτη βεβαιότητα. Παραπονείται σπαραξικάρδια για το επίπεδο των νοσοκομειακών υπηρεσιών, χρησιμοποιεί όμως όλες τις γνωριμίες του για να βρει μια θέση σ’ αυτό και να παρακάμψει τη λίστα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε σειρά. Ευτελίζει τον εφοριακό, ταυτόχρονα όμως συναλλάσσεται μαζί του κάτω από το τραπέζι για να του μειωθεί ο οφειλόμενος φόρος. Οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα στην εθνική οδό (με το τούρμπο αυτοκίνητό του, που με καταναλωτικό, τραπεζικό δάνειο αγόρασε), το παραδέχεται και επαίρεται γι’ αυτό, βάζει όμως λυτούς και δεμένους για να σβήσει την κλήση της τροχαίας, υβρίζοντας ταυτόχρονα την πολιτεία για τους θεσμούς της αλλά και για το επίπεδο του οδικού δικτύου.

Αγαπητοί συμπατριώτες

Μπορώ να συνεχίσω ατελεύτητα. Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν γίνονται για να σας δημιουργήσω ένα βαρύ αίσθημα ενοχής. Άλλωστε οι ευθύνες καταλογίζονται πάντα κατ΄ αναλογία του βαθμού συμμετοχής.  Αλλού στοχεύουν: στην αναζήτηση της  αυτογνωσίας, στην ενδοσκόπηση,  στον αναστοχασμό. Μόνο όταν το έθνος περάσει από μια δύσκολη και επίπονη πορεία αυτογνωσίας θα μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια του. Τα έθνη που ζουν στους μύθους τους, στις φαντασιώσεις τους δεν έχουν μέλλον. Οι λαοί που επιρρίπτουν την ευθύνη της τύχης τους στους ξένους, στους άλλους είναι καταδικασμένοι στη μιζέρια. Οφείλουμε επιτέλους να γίνουμε μια κανονική χώρα αναλαμβάνοντας την ατομική αλλά και τη συλλογική ευθύνη. Να αναλαμβάνεις την ευθύνη. Να λες: αν κάτι δεν πήγε καλά εγώ φταίω, μας προτρέπει ο Καζαντζάκης… Ας ρωτηθούμε λοιπόν, με αφορμή τούτη τη γιορτινή μέρα, όχι τι έκανε το κράτος για μας, αλλά επιτέλους τι κάναμε εμείς για το κράτος, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Τζον Κένεντυ. Πρέπει επειγόντως  να αναδείξουμε και να επεξεργαστούμε μια νέα αντίληψη για τον πατριωτισμό. Γιατί τι είναι επιτέλους η πατρίδα; Είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά, οι κάμποι; Ή μήπως Κι αυτά κι εκείνα, αλλά  και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα;

Και επιτέλους δεν είναι όλα μαύρα στη σημερινή μας Πολιτεία. Ασκούμε συλλήβδην μια ισοπεδωτική κριτική για τα πάντα. Είναι η άλλη πλευρά της υποκριτικής ταυτότητας του ελληνικού μελοδράματος. Όχι δεν είναι όλα αρνητικά στη σημερινή μας πατρίδα και πρέπει και προς αυτή την κατεύθυνση να στραφεί ο αναστοχασμός μας. Χωρίς υστερίες πρέπει ν’ αναλάβουμε μια βασανιστική ενδοσκόπηση. Ως άτομα και ως κοινωνία. Προσέξτε όμως. Το όποιο εγχείρημα της νέας προσέγγισης πρέπει να έχει ως αφετηρία τον ορθό λόγο κατά την αριστοτελική εκδοχή του και όχι τον μεσογειακό μας συναισθηματισμό. Μα πάνω και πέρα απ΄ όλα τον πλήρη σεβασμό του δημοκρατικού μας πολιτεύματος και του αξιακού του συστήματος.  Αξίες όπως  αλληλεγγύη στον αδύνατο, η ανοχή στο διαφορετικό, η συλλογικότητα στη δράση, ο ευρωπαϊσμός ως σαφής προσήλωση στην εξωστρέφεια και το διεθνή ανταγωνισμό, πρέπει να καθοδηγούν τη σκέψη μας και τη δράση μας. Οι καιροί ου μενετοί.


Φίλες και φίλοι

Θα μπορούσα να επιχειρήσω μια κολακευτική για σας και την ιστορία μας αναδρομή στα μεθυστικά γεγονότα των βαλκανικών αγώνων και της απελευθέρωσης των Γιαννίνων. Να σας θυμίσω εκείνο τον υπέροχο στίχο του Σουρή: 

"Τα πήραμε τα Γιάννενα. Μάτια πολλά το λένε. 
όπου γελούν και κλαίνε. 
Το λεν πουλιά του Γρεβενού κι' αηδόνια του Μετσόβου
που τα 'χε διώξει η παγωνιά κι' ανατριχίλα φόβου".

Να τραγουδήσουμε μαζί εκείνο το  πανέμορφο τραγούδι:
"Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.
Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε, 
γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας"!

Όμως.  Μια μηχανιστική, τελετουργική, φλύαρη αναδίφηση στο ηρωικό παρελθόν και στο θρίαμβο του Μπιζανιού μπορεί να θώπευε τα αυτιά σας, να συνήγειρε τα συναισθήματά σας, να μεθούσε από περηφάνια το είναι σας και να φούσκωνε τα στέρνα σας  ως απόγονοι ηρώων αγωνιστών. Θα τελείωνε έτσι μια ακόμα τετριμμένη, φθαρμένη από την επανάληψη αναβάπτιση στα εθνικά ιδεώδη….

Δεν ήταν αυτή η επιλογή μου. Στόχος μου ήταν με αφορμή τη γιορτινή επέτειο  να ανοίξω μονοπάτια για τον ατομικό μας αναστοχασμό, για την εθνική μας αυτογνωσία. Να ανοίξω τη βασανιστική διαδικασία του ατομικού και του συλλογικού προβληματισμού για εκείνο που μας έφταιξε ή για εκείνο που υποθέτουμε ότι μας έφταιξε.

Αν, φίλες και φίλοι, έστω ελάχιστα σας προβλημάτισα, θαρρώ πως πέτυχα τους στόχους μου. Αν ταυτόχρονα δεν βαρεθήκατε ακούγοντάς με, τότε έχω διπλό λόγο να είμαι ικανοποιημένος. Σε κάθε περίπτωση πάντως σας ευχαριστώ από καρδιάς".